ηγεμόνευση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηγεμονεύω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηγεμονεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηγεμόνευση < ηγεμονεύ(ω) + -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηγεμόνευση | ηγεμονεύσεις |
| Γενική | ηγεμόνευσης | ηγεμονεύσεων |
| Αιτιατική | ηγεμόνευση | ηγεμονεύσεις |
| Κλητική | ηγεμόνευση | ηγεμονεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →