Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηγερία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιομορφωμένη γυναίκα με μεγάλη επιρροή σε πνευματικά θέματα Βικιλεξικό
    • «Ηγερία: προικισμένη γυναίκα που παραστέκεται, συμβουλεύει, που εμπνέει και ασκεί επιρροή στην πολιτική, πνευματική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα κάποιου». Αυτός είναι ο ορισμός που δίνει το λεξικό της κοινής νεοελληνικής, του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη, γι’ αυτό το είδος ξεχωριστών γυναικών. Ο ρόλος της είναι συνήθως απόρροια εξαιρετικών αισθημάτων που τρέφει κάποιος για την ηγερία. Στην τέχνη, για να σταθούμε μόνο σε έναν από τους τομείς της επιρροής τους, οι ηγερίες προσφέρουν συγκινήσεις που μέσω των εμπνεομένων καλλιτεχνών μεταφράζονται σε στίχους, εικόνες, παραστάσεις, μουσικά έργα. (εφημερίδα Καθημερινή, 31/3/2004)

Ετυμολογία

ηγερία < (λόγιο δάνειο) γαλλική égérie < λατινική Egeria

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηγερίαηγερίες
Γενικήηγερίαςηγεριών
Αιτιατικήηγερίαηγερίες
Κλητικήηγερίαηγερίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →