ηγεσία
•
- η άσκηση της εξουσίας Βικιλεξικό
- Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
- συνεκδοχικάτο σύνολο αυτών που ασκούν την εξουσία ή πρωτοπορούν σε κάποιο τομέα Βικιλεξικό
- παρίσταται η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας
- αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
Ετυμολογία
ηγεσία < (ελληνιστική κοινή) < ἡγέομαι/ἡγοῦμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seh₂g-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηγεσία | ηγεσίες |
| Γενική | ηγεσίας | ηγεσιών |
| Αιτιατική | ηγεσία | ηγεσίες |
| Κλητική | ηγεσία | ηγεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →