ηγουμενείο
•
- μονή διοικούμενη από ηγούμενο Βικιλεξικό
- το γραφείο του ηγουμένου μιας μονής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηγουμενείο < ηγούμενος + κατάληξη τοπικών ουσιαστικών -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηγουμενείο | ηγουμενεία |
| Γενική | ηγουμενείου | ηγουμενείων |
| Αιτιατική | ηγουμενείο | ηγουμενεία |
| Κλητική | ηγουμενείο | ηγουμενεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →