ηδονίζω
•
- προκαλώ ηδονή, σωματική ή ψυχική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηδονίζω < ηδονή + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηδονίζω | ηδονίζεις | ηδονίζει | ηδονίζουμε | ηδονίζετε | ηδονίζουν / ηδονίζουνε |
| Παρατατικός | ηδόνιζα | ηδόνιζες | ηδόνιζε | ηδονίζαμε | ηδονίζατε | ηδονίζαν / ηδονίζανε / ηδόνιζαν |
| Αόριστος | ηδόνισα | ηδόνισες | ηδόνισε | ηδονίσαμε | ηδονίσατε | ηδονίσαν / ηδονίσανε / ηδόνισαν |
| Μέλλοντας | θα ηδονίζω / θα ηδονίσω | θα ηδονίζεις / θα ηδονίσεις | θα ηδονίζει / θα ηδονίσει | θα ηδονίζουμε / θα ηδονίσουμε | θα ηδονίζετε / θα ηδονίσετε | θα ηδονίζουν / θα ηδονίζουνε / θα ηδονίσουν / θα ηδονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ηδονίσει | έχεις ηδονίσει | έχει ηδονίσει | έχουμε ηδονίσει | έχετε ηδονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηδονίσει | είχες ηδονίσει | είχε ηδονίσει | είχαμε ηδονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ηδονίσει / να ηδονίζω / να ηδονίσω | να έχεις ηδονίσει / να ηδονίζεις / να ηδονίσεις | να έχει ηδονίσει / να ηδονίζει / να ηδονίσει | να έχουμε ηδονίσει / να ηδονίζουμε / να ηδονίσουμε | να έχετε ηδονίσει / να ηδονίζετε / να ηδονίσετε | να ηδονίζουν / να ηδονίζουνε / να ηδονίσουν / να ηδονίσουνε |
| Προστακτική | — | ηδόνιζε / ηδόνισε | — | — | ηδονίζετε / ηδονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →