ηδονοθηρία
•
- λόγιοη ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ηδονοθήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηδονοθηρία < ηδονοθήρας + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηδονοθηρία | ηδονοθηρίες |
| Γενική | ηδονοθηρίας | ηδονοθηριών |
| Αιτιατική | ηδονοθηρία | ηδονοθηρίες |
| Κλητική | ηδονοθηρία | ηδονοθηρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →