Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηδονολάτρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που λατρεύει τις ηδονές, που τις ανάγει σε βασικό σκοπό της ζωής του, ο ηδονιστής Βικιλεξικό
    • οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)

Ετυμολογία

ηδονολάτρης < ηδον(ή) + -ο- + -λάτρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηδονολάτρηςηδονολάτρες
Γενικήηδονολάτρηηδονολατρών
Αιτιατικήηδονολάτρηηδονολάτρες
Κλητικήηδονολάτρηηδονολάτρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →