Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηδυλογία

/i.ði.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ηδυλόγος, να μιλάει ηδέως, ευχάριστα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηγαλιφιά, κολακεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηδυλογία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἡδυλογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηδυλογίαηδυλογίες
Γενικήηδυλογίαςηδυλογιών
Αιτιατικήηδυλογίαηδυλογίες
Κλητικήηδυλογίαηδυλογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →