ηδυλογία
•
- το να είναι κάποιος ηδυλόγος, να μιλάει ηδέως, ευχάριστα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγαλιφιά, κολακεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηδυλογία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἡδυλογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηδυλογία | ηδυλογίες |
| Γενική | ηδυλογίας | ηδυλογιών |
| Αιτιατική | ηδυλογία | ηδυλογίες |
| Κλητική | ηδυλογία | ηδυλογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →