ηδύνομαι
•
- αρχαιοπρεπέςευχαριστιέμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηδύνομαι < αρχαία ελληνική ἡδύνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἡδύνω # ηδύνομαι < μεσαιωνική ελληνική ἡδύνομαι / δύνομαι < αρχαία ελληνική δύναμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →