ηθικοθρησκευτικός
•
- που αναφέρεται ταυτόχρονα στην ηθική και στη θρησκεία, με άλλα λόγια στη θρησκευτική ηθική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηθικοθρησκευτικός < ηθικός + θρησκευτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθικοθρησκευτικός | ηθικοθρησκευτική | ηθικοθρησκευτικό |
| Γενική | ηθικοθρησκευτικού | ηθικοθρησκευτικής | ηθικοθρησκευτικού |
| Αιτιατική | ηθικοθρησκευτικό | ηθικοθρησκευτική | ηθικοθρησκευτικό |
| Κλητική | ηθικοθρησκευτικέ | ηθικοθρησκευτική | ηθικοθρησκευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθικοθρησκευτικοί | ηθικοθρησκευτικές | ηθικοθρησκευτικά |
| Γενική | ηθικοθρησκευτικών | ηθικοθρησκευτικών | ηθικοθρησκευτικών |
| Αιτιατική | ηθικοθρησκευτικούς | ηθικοθρησκευτικές | ηθικοθρησκευτικά |
| Κλητική | ηθικοθρησκευτικοί | ηθικοθρησκευτικές | ηθικοθρησκευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →