ηθικολογικός
•
- σχετικός με την ηθικολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηθικολογικός < ηθικολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθικολογικός | ηθικολογική | ηθικολογικό |
| Γενική | ηθικολογικού | ηθικολογικής | ηθικολογικού |
| Αιτιατική | ηθικολογικό | ηθικολογική | ηθικολογικό |
| Κλητική | ηθικολογικέ | ηθικολογική | ηθικολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθικολογικοί | ηθικολογικές | ηθικολογικά |
| Γενική | ηθικολογικών | ηθικολογικών | ηθικολογικών |
| Αιτιατική | ηθικολογικούς | ηθικολογικές | ηθικολογικά |
| Κλητική | ηθικολογικοί | ηθικολογικές | ηθικολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →