ηθικολογώ
•
- μιλώ για ηθική, ενίοτε με τρόπο επιτιμητικό και απαξιωτικό προς τις πράξεις άλλων, και με διάθεση απόλυτη και ίσως δογματική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηθικολογώ < ηθικολόγος + -ώ ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) moraliser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηθικολογώ | ηθικολογείς | ηθικολογεί | ηθικολογούμε | ηθικολογείτε | ηθικολογούν / ηθικολογούνε |
| Παρατατικός | ηθικολογούσα | ηθικολογούσες | ηθικολογούσε | ηθικολογούσαμε | ηθικολογούσατε | ηθικολογούσαν / ηθικολογούσανε |
| Αόριστος | ηθικολόγησα | ηθικολόγησες | ηθικολόγησε | ηθικολογήσαμε | ηθικολογήσατε | ηθικολογήσαν / ηθικολογήσανε / ηθικολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ηθικολογήσω / θα ηθικολογώ | θα ηθικολογήσεις / θα ηθικολογείς | θα ηθικολογήσει / θα ηθικολογεί | θα ηθικολογήσουμε / θα ηθικολογούμε | θα ηθικολογήσετε / θα ηθικολογείτε | θα ηθικολογήσουν / θα ηθικολογήσουνε / θα ηθικολογούν / θα ηθικολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ηθικολογήσει | έχεις ηθικολογήσει | έχει ηθικολογήσει | έχουμε ηθικολογήσει | έχετε ηθικολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηθικολογήσει | είχες ηθικολογήσει | είχε ηθικολογήσει | είχαμε ηθικολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ηθικολογήσει / να ηθικολογήσω / να ηθικολογώ | να έχεις ηθικολογήσει / να ηθικολογήσεις / να ηθικολογείς | να έχει ηθικολογήσει / να ηθικολογήσει / να ηθικολογεί | να έχουμε ηθικολογήσει / να ηθικολογήσουμε / να ηθικολογούμε | να έχετε ηθικολογήσει / να ηθικολογήσετε / να ηθικολογείτε | να ηθικολογήσουν / να ηθικολογήσουνε / να ηθικολογούν / να ηθικολογούνε |
| Προστακτική | — | ηθικολόγει / ηθικολόγησε | — | — | ηθικολογήστε / ηθικολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →