Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηθογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ηθογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηθογραφικός < ηθογραφία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηθογραφικόςηθογραφικήηθογραφικό
Γενικήηθογραφικούηθογραφικήςηθογραφικού
Αιτιατικήηθογραφικόηθογραφικήηθογραφικό
Κλητικήηθογραφικέηθογραφικήηθογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηθογραφικοίηθογραφικέςηθογραφικά
Γενικήηθογραφικώνηθογραφικώνηθογραφικών
Αιτιατικήηθογραφικούςηθογραφικέςηθογραφικά
Κλητικήηθογραφικοίηθογραφικέςηθογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →