ηθολογικός
•
- σχετικός με την ηθολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηθολογικός < ηθολόγος / ηθολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθολογικός | ηθολογική | ηθολογικό |
| Γενική | ηθολογικού | ηθολογικής | ηθολογικού |
| Αιτιατική | ηθολογικό | ηθολογική | ηθολογικό |
| Κλητική | ηθολογικέ | ηθολογική | ηθολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηθολογικοί | ηθολογικές | ηθολογικά |
| Γενική | ηθολογικών | ηθολογικών | ηθολογικών |
| Αιτιατική | ηθολογικούς | ηθολογικές | ηθολογικά |
| Κλητική | ηθολογικοί | ηθολογικές | ηθολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →