ηθολογώ
•
- είμαι ηθολόγος ή καταγίνομαι με την ηθολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηθολογώ < ελληνιστική κοινή ἠθολογέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ηθολογώ < ελληνιστική κοινή ἠθολογέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →