Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηθολογώ

ρήμα
•
  1. είμαι ηθολόγος ή καταγίνομαι με την ηθολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηθολογώ < ελληνιστική κοινή ἠθολογέω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →