Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηθοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ηθοποιία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηθοποιητικός < ελληνιστική κοινή ἠθοποιητικός < αρχαία ελληνική ἠθοποιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηθοποιητικόςηθοποιητικήηθοποιητικό
Γενικήηθοποιητικούηθοποιητικήςηθοποιητικού
Αιτιατικήηθοποιητικόηθοποιητικήηθοποιητικό
Κλητικήηθοποιητικέηθοποιητικήηθοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηθοποιητικοίηθοποιητικέςηθοποιητικά
Γενικήηθοποιητικώνηθοποιητικώνηθοποιητικών
Αιτιατικήηθοποιητικούςηθοποιητικέςηθοποιητικά
Κλητικήηθοποιητικοίηθοποιητικέςηθοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →