Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηθοποιώ

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςδιαμορφώνω το ήθος ή διαπλάθω τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηθοποιώ < ελληνιστική κοινή ἠθοποιέω / ἠθοποιῶ < αρχαία ελληνική ἠθοποιός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςηθοποιώηθοποιείςηθοποιείηθοποιούμεηθοποιείτεηθοποιούν / ηθοποιούνε
Παρατατικόςηθοποιούσαηθοποιούσεςηθοποιούσεηθοποιούσαμεηθοποιούσατεηθοποιούσαν / ηθοποιούσανε
Αόριστοςηθοποίησαηθοποίησεςηθοποίησεηθοποιήσαμεηθοποιήσατεηθοποίησαν / ηθοποιήσαν / ηθοποιήσανε
Μέλλονταςθα ηθοποιήσω / θα ηθοποιώθα ηθοποιήσεις / θα ηθοποιείςθα ηθοποιήσει / θα ηθοποιείθα ηθοποιήσουμε / θα ηθοποιούμεθα ηθοποιήσετε / θα ηθοποιείτεθα ηθοποιήσουν / θα ηθοποιήσουνε / θα ηθοποιούν / θα ηθοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ηθοποιήσειέχεις ηθοποιήσειέχει ηθοποιήσειέχουμε ηθοποιήσειέχετε ηθοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ηθοποιήσειείχες ηθοποιήσειείχε ηθοποιήσειείχαμε ηθοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ηθοποιήσει / να ηθοποιήσω / να ηθοποιώνα έχεις ηθοποιήσει / να ηθοποιήσεις / να ηθοποιείςνα έχει ηθοποιήσει / να ηθοποιήσει / να ηθοποιείνα έχουμε ηθοποιήσει / να ηθοποιήσουμε / να ηθοποιούμενα έχετε ηθοποιήσει / να ηθοποιήσετε / να ηθοποιείτενα ηθοποιήσουν / να ηθοποιήσουνε / να ηθοποιούν / να ηθοποιούνε
Προστακτική—ηθοποίει / ηθοποίησε——ηθοποιήστε / ηθοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →