ηλεκτρίζω
•
- προκαλώ τη ροή ηλεκτρικού σώματος μέσα από ένα σώμα Βικιλεξικό
- προκαλώ ένα μικρό ηλεκτρικό σοκ στο ανθρώπινο σώμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροκαλώ συγκίνηση και ενθουσιασμό Βικιλεξικό
- η εμφάνιση του τραγουδιστή στη σκηνή ηλέκτρισε τα πλήθη
- μεταφορικάπροκαλώ ένταση Βικιλεξικό
- τα άσχημα σχόλια του ομιλητή ηλέκτρισαν την ατμόσφαιρα
Ετυμολογία
ηλεκτρίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική électriser < αρχαία ελληνική ἤλετρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηλεκτρίζω | ηλεκτρίζεις | ηλεκτρίζει | ηλεκτρίζουμε | ηλεκτρίζετε | ηλεκτρίζουν / ηλεκτρίζουνε |
| Παρατατικός | ηλέκτριζα | ηλέκτριζες | ηλέκτριζε | ηλεκτρίζαμε | ηλεκτρίζατε | ηλέκτριζαν / ηλεκτρίζαν / ηλεκτρίζανε |
| Αόριστος | ηλέκτρισα | ηλέκτρισες | ηλέκτρισε | ηλεκτρίσαμε | ηλεκτρίσατε | ηλέκτρισαν / ηλεκτρίσαν / ηλεκτρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ηλεκτρίζω / θα ηλεκτρίσω | θα ηλεκτρίζεις / θα ηλεκτρίσεις | θα ηλεκτρίζει / θα ηλεκτρίσει | θα ηλεκτρίζουμε / θα ηλεκτρίσουμε | θα ηλεκτρίζετε / θα ηλεκτρίσετε | θα ηλεκτρίζουν / θα ηλεκτρίζουνε / θα ηλεκτρίσουν / θα ηλεκτρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ηλεκτρίσει | έχεις ηλεκτρίσει | έχει ηλεκτρίσει | έχουμε ηλεκτρίσει | έχετε ηλεκτρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηλεκτρίσει | είχες ηλεκτρίσει | είχε ηλεκτρίσει | είχαμε ηλεκτρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ηλεκτρίσει / να ηλεκτρίζω / να ηλεκτρίσω | να έχεις ηλεκτρίσει / να ηλεκτρίζεις / να ηλεκτρίσεις | να έχει ηλεκτρίσει / να ηλεκτρίζει / να ηλεκτρίσει | να έχουμε ηλεκτρίσει / να ηλεκτρίζουμε / να ηλεκτρίσουμε | να έχετε ηλεκτρίσει / να ηλεκτρίζετε / να ηλεκτρίσετε | να ηλεκτρίζουν / να ηλεκτρίζουνε / να ηλεκτρίσουν / να ηλεκτρίσουνε |
| Προστακτική | — | ηλέκτριζε / ηλέκτρισε | — | — | ηλεκτρίζετε / ηλεκτρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →