ηλεκτρικό
•
- το ηλεκτρικό ρεύμα Βικιλεξικό
- Σηκώθηκε κι έσβησε το ηλεκτρικό που τρεμόπαιζε. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
Ετυμολογία
ηλεκτρικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ηλεκτρικός, (εννοείται το ουσιαστικό ρεύμα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →