Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλεκτροθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου τείνει να χάνει εύκολα ηλεκτρόνια σχηματίζοντας θετικά ιόντα, λόγω χαμηλής ηλεκτραρνητικότητας Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρολογίαπου το ηλεκτρικό του φορτίο είναι θετικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλεκτροθετικός < ηλεκτρικός + -ο- + θετικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική électropositif ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική electropositive)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτροθετικόςηλεκτροθετικήηλεκτροθετικό
Γενικήηλεκτροθετικούηλεκτροθετικήςηλεκτροθετικού
Αιτιατικήηλεκτροθετικόηλεκτροθετικήηλεκτροθετικό
Κλητικήηλεκτροθετικέηλεκτροθετικήηλεκτροθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτροθετικοίηλεκτροθετικέςηλεκτροθετικά
Γενικήηλεκτροθετικώνηλεκτροθετικώνηλεκτροθετικών
Αιτιατικήηλεκτροθετικούςηλεκτροθετικέςηλεκτροθετικά
Κλητικήηλεκτροθετικοίηλεκτροθετικέςηλεκτροθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →