ηλεκτρολογείο
•
- το κατάστημα ή το εργαστήριο ενός ηλεκτρολόγου Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων
- συσκευή ή χώρος για τη ρύθμιση των ηλεκτρολογικών Βικιλεξικό
- ο φωτισμός ελέγχεται από το ηλεκτρολογείο του θεάτρου
- το νέο ηλεκτρολογείο, το οποίο είναι κατασκευασμένο από μεταλλικό σκελετό […] Πρόκειται για απλή κατασκευή, λυόμενη, η οποία απομακρύνεται μετά το τέλος των παραστάσεων
Ετυμολογία
ηλεκτρολογείο < ηλεκτρολόγ(ος) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτρολογείο | ηλεκτρολογεία |
| Γενική | ηλεκτρολογείου | ηλεκτρολογείων |
| Αιτιατική | ηλεκτρολογείο | ηλεκτρολογεία |
| Κλητική | ηλεκτρολογείο | ηλεκτρολογεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →