Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλεκτρολογείο

/i.le.ktɾo.loˈʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το κατάστημα ή το εργαστήριο ενός ηλεκτρολόγου Βικιλεξικό
    • ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων
  2. συσκευή ή χώρος για τη ρύθμιση των ηλεκτρολογικών Βικιλεξικό
    • ο φωτισμός ελέγχεται από το ηλεκτρολογείο του θεάτρου
    • το νέο ηλεκτρολογείο, το οποίο είναι κατασκευασμένο από μεταλλικό σκελετό […] Πρόκειται για απλή κατασκευή, λυόμενη, η οποία απομακρύνεται μετά το τέλος των παραστάσεων

Ετυμολογία

ηλεκτρολογείο < ηλεκτρολόγ(ος) + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηλεκτρολογείοηλεκτρολογεία
Γενικήηλεκτρολογείουηλεκτρολογείων
Αιτιατικήηλεκτρολογείοηλεκτρολογεία
Κλητικήηλεκτρολογείοηλεκτρολογεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →