ηλεκτρολογικός
•
- σχετικός με την ηλεκτρολογία και τον ηλεκτρολόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλεκτρολογικός < ηλεκτρολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτρολογικός | ηλεκτρολογική | ηλεκτρολογικό |
| Γενική | ηλεκτρολογικού | ηλεκτρολογικής | ηλεκτρολογικού |
| Αιτιατική | ηλεκτρολογικό | ηλεκτρολογική | ηλεκτρολογικό |
| Κλητική | ηλεκτρολογικέ | ηλεκτρολογική | ηλεκτρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτρολογικοί | ηλεκτρολογικές | ηλεκτρολογικά |
| Γενική | ηλεκτρολογικών | ηλεκτρολογικών | ηλεκτρολογικών |
| Αιτιατική | ηλεκτρολογικούς | ηλεκτρολογικές | ηλεκτρολογικά |
| Κλητική | ηλεκτρολογικοί | ηλεκτρολογικές | ηλεκτρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →