Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλεκτρομαγνητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον ηλεκτρομαγνητισμό Βικιλεξικό
    • Η αρχή της ραδιογραφίας στηρίζεται στη διέλευση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας μέσα από το προς εξέταση αντικείμενο (Μαρία Βασιλάκη, Bυζαντινές εικόνες: τέχνη, τεχνική και τεχνολογία, 2002, σελ. 237)

Ετυμολογία

ηλεκτρομαγνητικός < αγγλική electromagnetic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτρομαγνητικόςηλεκτρομαγνητικήηλεκτρομαγνητικό
Γενικήηλεκτρομαγνητικούηλεκτρομαγνητικήςηλεκτρομαγνητικού
Αιτιατικήηλεκτρομαγνητικόηλεκτρομαγνητικήηλεκτρομαγνητικό
Κλητικήηλεκτρομαγνητικέηλεκτρομαγνητικήηλεκτρομαγνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτρομαγνητικοίηλεκτρομαγνητικέςηλεκτρομαγνητικά
Γενικήηλεκτρομαγνητικώνηλεκτρομαγνητικώνηλεκτρομαγνητικών
Αιτιατικήηλεκτρομαγνητικούςηλεκτρομαγνητικέςηλεκτρομαγνητικά
Κλητικήηλεκτρομαγνητικοίηλεκτρομαγνητικέςηλεκτρομαγνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →