ηλεκτρομηχανικός
•
- τεχνολογίαο μηχανικός ηλεκτρολόγος που ειδικεύεται στην σχεδίαση, κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρομηχανικών συσκευών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλεκτρομηχανικός < ηλεκτρο- + μηχανικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτρομηχανική / ηλεκτρομηχανικός / ηλεκτρομηχανικό | ηλεκτρομηχανικές / ηλεκτρομηχανικοί / ηλεκτρομηχανικά |
| Γενική | ηλεκτρομηχανικής / ηλεκτρομηχανικού / ηλεκτρομηχανικού | ηλεκτρομηχανικών / ηλεκτρομηχανικών / ηλεκτρομηχανικών |
| Αιτιατική | ηλεκτρομηχανική / ηλεκτρομηχανικό / ηλεκτρομηχανικό | ηλεκτρομηχανικές / ηλεκτρομηχανικούς / ηλεκτρομηχανικά |
| Κλητική | ηλεκτρομηχανική / ηλεκτρομηχανικέ / ηλεκτρομηχανικό | ηλεκτρομηχανικές / ηλεκτρομηχανικοί / ηλεκτρομηχανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →