Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλεκτρονιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το ηλεκτρόνιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλεκτρονιακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτρονιακόςηλεκτρονιακήηλεκτρονιακό
Γενικήηλεκτρονιακούηλεκτρονιακήςηλεκτρονιακού
Αιτιατικήηλεκτρονιακόηλεκτρονιακήηλεκτρονιακό
Κλητικήηλεκτρονιακέηλεκτρονιακήηλεκτρονιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτρονιακοίηλεκτρονιακέςηλεκτρονιακά
Γενικήηλεκτρονιακώνηλεκτρονιακώνηλεκτρονιακών
Αιτιατικήηλεκτρονιακούςηλεκτρονιακέςηλεκτρονιακά
Κλητικήηλεκτρονιακοίηλεκτρονιακέςηλεκτρονιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →