Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλεκτρονικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τεχνίτης της ηλεκτρονικής Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίατο πρόσωπο που σχεδιάζει, κατασκευάζει και συντηρεί ηλεκτρονικές συσκευές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλεκτρονικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηλεκτρονική / ηλεκτρονικός / ηλεκτρονικόηλεκτρονικές / ηλεκτρονικοί / ηλεκτρονικά
Γενικήηλεκτρονικής / ηλεκτρονικού / ηλεκτρονικούηλεκτρονικών / ηλεκτρονικών / ηλεκτρονικών
Αιτιατικήηλεκτρονική / ηλεκτρονικό / ηλεκτρονικόηλεκτρονικές / ηλεκτρονικούς / ηλεκτρονικά
Κλητικήηλεκτρονική / ηλεκτρονικέ / ηλεκτρονικόηλεκτρονικές / ηλεκτρονικοί / ηλεκτρονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ηλεκτρονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ηλεκτρονική Βικιλεξικό
    • Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περίπτωσης 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, όπου η τελευταία απαιτείται. (ΦΕΚ 83 Α΄ - 10.04.2020/Νόμος 4683)
  2. τεχνολογίαηλεκτρονική, αποκαλείται συσκευή που είναι κατασκευασμένη από ηλεκτρονικά στοιχεία (εξαρτήματα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλεκτρονικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτρονικόςηλεκτρονικήηλεκτρονικό
Γενικήηλεκτρονικούηλεκτρονικήςηλεκτρονικού
Αιτιατικήηλεκτρονικόηλεκτρονικήηλεκτρονικό
Κλητικήηλεκτρονικέηλεκτρονικήηλεκτρονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλεκτρονικοίηλεκτρονικέςηλεκτρονικά
Γενικήηλεκτρονικώνηλεκτρονικώνηλεκτρονικών
Αιτιατικήηλεκτρονικούςηλεκτρονικέςηλεκτρονικά
Κλητικήηλεκτρονικοίηλεκτρονικέςηλεκτρονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →