ηλεκτροπαραγωγικός
•
- ο σχετικός με την ηλεκτροπαραγωγή Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αρμοδίων, με ηλεκτροπαραγωγική ισχύ 30 μεγαβάτ μπορούν να καλυφθούν οι ανάγκες των βασικών υποδομών, νοσοκομείων, αντλιοστασίων κ.λπ. ενώ με εκ περιτροπής περικοπές, εφόσον χρειαστεί, θα παρέχεται ηλεκτροδότηση στο σύνολο της περιοχής.
Ετυμολογία
ηλεκτροπαραγωγικός < ηλεκτροπαραγωγ(ή) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε ηλεκτρο- + -παραγωγικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτροπαραγωγικός | ηλεκτροπαραγωγική | ηλεκτροπαραγωγικό |
| Γενική | ηλεκτροπαραγωγικού | ηλεκτροπαραγωγικής | ηλεκτροπαραγωγικού |
| Αιτιατική | ηλεκτροπαραγωγικό | ηλεκτροπαραγωγική | ηλεκτροπαραγωγικό |
| Κλητική | ηλεκτροπαραγωγικέ | ηλεκτροπαραγωγική | ηλεκτροπαραγωγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτροπαραγωγικοί | ηλεκτροπαραγωγικές | ηλεκτροπαραγωγικά |
| Γενική | ηλεκτροπαραγωγικών | ηλεκτροπαραγωγικών | ηλεκτροπαραγωγικών |
| Αιτιατική | ηλεκτροπαραγωγικούς | ηλεκτροπαραγωγικές | ηλεκτροπαραγωγικά |
| Κλητική | ηλεκτροπαραγωγικοί | ηλεκτροπαραγωγικές | ηλεκτροπαραγωγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →