ηλεκτροφωταύγεια
•
- οπτικό και ηλεκτρικό φαινόμενο κατά τη διάρκεια του οποίου ένα υλικό παράγει φως υπό την επίδραση ενός ηλεκτρικού ρεύματος που το διαπερνά ή ενός έντονου ηλεκτρικού πεδίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλεκτροφωταύγεια < ηλεκτρο- + φωταύγεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτροφωταύγεια | ηλεκτροφωταύγειες |
| Γενική | ηλεκτροφωταύγειας | ηλεκτροφωταυγειών |
| Αιτιατική | ηλεκτροφωταύγεια | ηλεκτροφωταύγειες |
| Κλητική | ηλεκτροφωταύγεια | ηλεκτροφωταύγειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →