ηλεκτρόλυση
•
- χημείαχημική αντίδραση διάσπασης η οποία γίνεται με τη βοήθεια συνεχούς ηλεκτρικού ρεύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλεκτρόλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική électrolyse < νεολατινική electrolysis < electtro- ηλεκτρό- + -lysis λύσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλεκτρόλυση | ηλεκτρολύσεις |
| Γενική | ηλεκτρόλυσης | ηλεκτρολύσεων |
| Αιτιατική | ηλεκτρόλυση | ηλεκτρολύσεις |
| Κλητική | ηλεκτρόλυση | ηλεκτρολύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →