Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλετάξη

/i.leˈta.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςψηφιακή / εικονική τάξη / «αίθουσα» διδασκαλίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλετάξη < ηλε- + τάξη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική e-class)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηλετάξηηλετάξεις
Γενικήηλετάξηςηλετάξεων
Αιτιατικήηλετάξηηλετάξεις
Κλητικήηλετάξηηλετάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →