ηλετάξη
•
- νεολογισμόςψηφιακή / εικονική τάξη / «αίθουσα» διδασκαλίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλετάξη < ηλε- + τάξη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική e-class)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλετάξη | ηλετάξεις |
| Γενική | ηλετάξης | ηλετάξεων |
| Αιτιατική | ηλετάξη | ηλετάξεις |
| Κλητική | ηλετάξη | ηλετάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →