Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλικιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ηλικία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Τι είναι, τέλος πάντων, αυτός ο ηλικιακός ρατσισμός; Ο ηλικιακός ρατσισμός ή ηλικισμός (από τον αγγλικό όρο ageism) είναι η προκατάληψη, η διάκριση ή ο εκφοβισμός ατόμων και ομάδων με βάση την ηλικία τους. Ο όρος “ageism” επινοήθηκε το 1969 από τον Αμερικανό ψυχίατρο και γεροντολόγο Ρόμπερτ Μπάτλερ, για να περιγράψει τις διακρίσεις σε βάρος των ηλικιωμένων, με βάση την ορολογία του σεξισμού και του ρατσισμού.

Ετυμολογία

ηλικιακός < ηλικία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλικιακόςηλικιακήηλικιακό
Γενικήηλικιακούηλικιακήςηλικιακού
Αιτιατικήηλικιακόηλικιακήηλικιακό
Κλητικήηλικιακέηλικιακήηλικιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλικιακοίηλικιακέςηλικιακά
Γενικήηλικιακώνηλικιακώνηλικιακών
Αιτιατικήηλικιακούςηλικιακέςηλικιακά
Κλητικήηλικιακοίηλικιακέςηλικιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →