Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλιογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ηλιογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλιογραφικός < ηλιογράφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλιογραφικόςηλιογραφικήηλιογραφικό
Γενικήηλιογραφικούηλιογραφικήςηλιογραφικού
Αιτιατικήηλιογραφικόηλιογραφικήηλιογραφικό
Κλητικήηλιογραφικέηλιογραφικήηλιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλιογραφικοίηλιογραφικέςηλιογραφικά
Γενικήηλιογραφικώνηλιογραφικώνηλιογραφικών
Αιτιατικήηλιογραφικούςηλιογραφικέςηλιογραφικά
Κλητικήηλιογραφικοίηλιογραφικέςηλιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →