ηλιοστάσιο
•
- το ημερονύκτιο του έτους κατά το οποίο η χρονική διαφορά μεταξύ ημέρας και νύχτας μεγιστοποιείται Βικιλεξικό
- το ημερονύκτιο του έτους κατά το οποίο η χρονική διαφορά μεταξύ ημέρας και νύχτας μεγιστοποιείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλιοστάσιο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἡλιοστάσιον, μεταφραστικό δάνειο από τη μεσαιωνική λατινική solstitium < λατινική solstitium < sol + sisto. Μορφολογικά αναλύεται σε ηλιο- + -στάσιο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλιοστάσιο | ηλιοστάσια |
| Γενική | ηλιοστάσιου / ηλιοστασίου | ηλιοστασίων |
| Αιτιατική | ηλιοστάσιο | ηλιοστάσια |
| Κλητική | ηλιοστάσιο | ηλιοστάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →