ηλιόκαμα
•
- η μεγάλη ζέστη κάτω από τον ήλιο (δηλαδή σε ανοιχτό, μη σκιασμένο, χώρο) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: λιόκαμα
Ετυμολογία
ηλιόκαμα < ηλιό- + κάμα (< καίω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ηλιόκαμα | — |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ηλιόκαμα | — |
| Κλητική | ηλιόκαμα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →