Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηλύσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το Ἠλύσιον, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηλύσιος < αρχαία ελληνική Ἠλύσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλύσιοςηλύσιαηλύσιο
Γενικήηλύσιουηλύσιαςηλύσιου
Αιτιατικήηλύσιοηλύσιαηλύσιο
Κλητικήηλύσιεηλύσιαηλύσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήηλύσιοιηλύσιεςηλύσια
Γενικήηλύσιωνηλύσιωνηλύσιων
Αιτιατικήηλύσιουςηλύσιεςηλύσια
Κλητικήηλύσιοιηλύσιεςηλύσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →