ημέιλ
•
- ηλεκτρονικό ταχυδρομείο Βικιλεξικό
- μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Βικιλεξικό
- e-mail address: διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημέιλ (νεολογισμός) < (άμεσο δάνειο) αγγλική email με διατήρηση του ήτα (ηλεκτρονικός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →