Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημίβρωτος

/iˈmi.vɾo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόο μισοφαγωμένος Βικιλεξικό
    • Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος της σελήνης ημίβρωτος, όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας.

Ετυμολογία

ημίβρωτος < αρχαία ελληνική ἡμίβρωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημίβρωτοςημίβρωτηημίβρωτο
Γενικήημίβρωτουημίβρωτηςημίβρωτου
Αιτιατικήημίβρωτοημίβρωτηημίβρωτο
Κλητικήημίβρωτεημίβρωτηημίβρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημίβρωτοιημίβρωτεςημίβρωτα
Γενικήημίβρωτωνημίβρωτωνημίβρωτων
Αιτιατικήημίβρωτουςημίβρωτεςημίβρωτα
Κλητικήημίβρωτοιημίβρωτεςημίβρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →