ημίβρωτος
•
- λογοτεχνικόο μισοφαγωμένος Βικιλεξικό
- Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος της σελήνης ημίβρωτος, όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας.
Ετυμολογία
ημίβρωτος < αρχαία ελληνική ἡμίβρωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημίβρωτος | ημίβρωτη | ημίβρωτο |
| Γενική | ημίβρωτου | ημίβρωτης | ημίβρωτου |
| Αιτιατική | ημίβρωτο | ημίβρωτη | ημίβρωτο |
| Κλητική | ημίβρωτε | ημίβρωτη | ημίβρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημίβρωτοι | ημίβρωτες | ημίβρωτα |
| Γενική | ημίβρωτων | ημίβρωτων | ημίβρωτων |
| Αιτιατική | ημίβρωτους | ημίβρωτες | ημίβρωτα |
| Κλητική | ημίβρωτοι | ημίβρωτες | ημίβρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →