Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημίξηρος

/iˈmi.ksi.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για κρασίπου περιέχει αζύμωτα σάκχαρα με περιεκτικότητα έως 15 γραμμάρια σε 1 λίτρο Βικιλεξικό
  2. που δεν είναι εξ ολοκλήρου ξηρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημίξηρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἡμίξηρος. Μορφολογικά αναλύεται σε ημί- + ξηρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημίξηροςημίξηρηημίξηρο
Γενικήημίξηρουημίξηρηςημίξηρου
Αιτιατικήημίξηροημίξηρηημίξηρο
Κλητικήημίξηρεημίξηρηημίξηρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημίξηροιημίξηρεςημίξηρα
Γενικήημίξηρωνημίξηρωνημίξηρων
Αιτιατικήημίξηρουςημίξηρεςημίξηρα
Κλητικήημίξηροιημίξηρεςημίξηρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →