ημίξηρος
•
- για κρασίπου περιέχει αζύμωτα σάκχαρα με περιεκτικότητα έως 15 γραμμάρια σε 1 λίτρο Βικιλεξικό
- που δεν είναι εξ ολοκλήρου ξηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημίξηρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἡμίξηρος. Μορφολογικά αναλύεται σε ημί- + ξηρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημίξηρος | ημίξηρη | ημίξηρο |
| Γενική | ημίξηρου | ημίξηρης | ημίξηρου |
| Αιτιατική | ημίξηρο | ημίξηρη | ημίξηρο |
| Κλητική | ημίξηρε | ημίξηρη | ημίξηρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημίξηροι | ημίξηρες | ημίξηρα |
| Γενική | ημίξηρων | ημίξηρων | ημίξηρων |
| Αιτιατική | ημίξηρους | ημίξηρες | ημίξηρα |
| Κλητική | ημίξηροι | ημίξηρες | ημίξηρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →