Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημίτονος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στη ζωγραφική, που έχει μισό τόνο, που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο χρώματα, εντάσεις, κ.α. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημίτονος < ημι- + τόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημίτονοςημίτονηημίτονο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →