ημίωρος
•
- που έχει διάρκεια μισής ώρας, 30 λεπτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημίωρος < (ελληνιστική κοινή) ἡμίωρος < ἡμι- + ὥρα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημίωρος | ημίωρη | ημίωρο |
| Γενική | ημίωρου | ημίωρης | ημίωρου |
| Αιτιατική | ημίωρο | ημίωρη | ημίωρο |
| Κλητική | ημίωρε | ημίωρη | ημίωρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημίωροι | ημίωρες | ημίωρα |
| Γενική | ημίωρων | ημίωρων | ημίωρων |
| Αιτιατική | ημίωρους | ημίωρες | ημίωρα |
| Κλητική | ημίωροι | ημίωρες | ημίωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →