ημεδαπά
•
- όσον αφορά την ημεδαπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημεδαπά < ημεδαπός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ημεδαπά < ημεδαπός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →