Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημεδαπή

/i.me.ðaˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η χώρα μας, το κράτος στο οποίο διαμένουμε κι ανήκουμε ως πολίτες, το εσωτερικό ενός κράτους, μιας χώρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημεδαπή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ημεδαπός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημεδαπήημεδαπές
Γενικήημεδαπήςημεδαπών
Αιτιατικήημεδαπήημεδαπές
Κλητικήημεδαπήημεδαπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →