ημεδαπή
•
- η χώρα μας, το κράτος στο οποίο διαμένουμε κι ανήκουμε ως πολίτες, το εσωτερικό ενός κράτους, μιας χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημεδαπή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ημεδαπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημεδαπή | ημεδαπές |
| Γενική | ημεδαπής | ημεδαπών |
| Αιτιατική | ημεδαπή | ημεδαπές |
| Κλητική | ημεδαπή | ημεδαπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →