ημερήσιος
•
- που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της μέρας (και όχι της νύχτας) Βικιλεξικό
- που αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ημέρα Βικιλεξικό
- ημερησία διαταγή
- που συμβαίνει, εμφανίζεται κ.λπ. κάθε μέρα Βικιλεξικό
- ο ημερήσιος τύπος
- απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)
- που διαρκεί μία ημέρα Βικιλεξικό
- ημερήσια εκδρομή
Ετυμολογία
ημερήσιος, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική ἡμερήσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημερήσιος | ημερήσιία / ημερήσια / ημερήσιια | ημερήσιιο / ημερήσιο |
| Γενική | ημερήσιου | ημερήσιας | ημερήσιου |
| Αιτιατική | ημερήσιο | ημερήσια | ημερήσιο |
| Κλητική | ημερήσιε | ημερήσια | ημερήσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημερήσιοι | ημερήσιες | ημερήσια |
| Γενική | ημερήσιων | ημερήσιων | ημερήσιων |
| Αιτιατική | ημερήσιους | ημερήσιες | ημερήσια |
| Κλητική | ημερήσιοι | ημερήσιες | ημερήσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →