ημιέκταση
•
- στη γυμναστική, το τέντωμα ενός χεριού προς τα πλάγια, οριζόντια, ενώ το άλλο παραμένει τεντωμένο κατακόρυφα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιέκταση < ημι- + έκταση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιέκταση | ημιεκτάσεις |
| Γενική | ημιέκτασης | ημιεκτάσεων |
| Αιτιατική | ημιέκταση | ημιεκτάσεις |
| Κλητική | ημιέκταση | ημιεκτάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →