ημιαθροιστής
•
- βασικό συνδυαστικό κύκλωμα που εκτελεί την πρόσθεση δυο δυαδικών αριθμών Βικιλεξικό
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που χρησιμεύει ως ημιαθροιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιαθροιστής < ημι- + αθροιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιαθροιστής | ημιαθροιστές |
| Γενική | ημιαθροιστή | ημιαθροιστών |
| Αιτιατική | ημιαθροιστή | ημιαθροιστές |
| Κλητική | ημιαθροιστή | ημιαθροιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →