Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιαθροιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βασικό συνδυαστικό κύκλωμα που εκτελεί την πρόσθεση δυο δυαδικών αριθμών Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρονικό εξάρτημα που χρησιμεύει ως ημιαθροιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιαθροιστής < ημι- + αθροιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημιαθροιστήςημιαθροιστές
Γενικήημιαθροιστήημιαθροιστών
Αιτιατικήημιαθροιστήημιαθροιστές
Κλητικήημιαθροιστήημιαθροιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →