ημιανάπαυση
•
- σε στρατιωτική ή γυμναστική παράταξηη στάση του σώματος που διαδέχεται με το αντίστοιχο παράγγελμα τη στάση της προσοχής: το ένα πόδι απομακρύνεται από το άλλο, ενώ το σώμα εξακολουθεί να στέκεται ολόισιο και τεντωμένο όπως και στην προσοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιανάπαυση < (καθαρεύουσα) ημιανάπαυσις < ημι- + ανάπαυσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιανάπαυση | ημιαναπαύσεις |
| Γενική | ημιανάπαυσης | ημιαναπαύσεων |
| Αιτιατική | ημιανάπαυση | ημιαναπαύσεις |
| Κλητική | ημιανάπαυση | ημιαναπαύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →