Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιαναίσθητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχεδόν αναίσθητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιαναίσθητος < ημι- + αναίσθητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιαναίσθητοςημιαναίσθητηημιαναίσθητο
Γενικήημιαναίσθητουημιαναίσθητηςημιαναίσθητου
Αιτιατικήημιαναίσθητοημιαναίσθητηημιαναίσθητο
Κλητικήημιαναίσθητεημιαναίσθητηημιαναίσθητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιαναίσθητοιημιαναίσθητεςημιαναίσθητα
Γενικήημιαναίσθητωνημιαναίσθητωνημιαναίσθητων
Αιτιατικήημιαναίσθητουςημιαναίσθητεςημιαναίσθητα
Κλητικήημιαναίσθητοιημιαναίσθητεςημιαναίσθητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →