ημιαστικός
•
- που έχει χαρακτηριστικά αστικά αλλά και αγροτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιαστικός < ημι- + αστικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semiurban)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιαστικός | ημιαστική | ημιαστικό |
| Γενική | ημιαστικού | ημιαστικής | ημιαστικού |
| Αιτιατική | ημιαστικό | ημιαστική | ημιαστικό |
| Κλητική | ημιαστικέ | ημιαστική | ημιαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιαστικοί | ημιαστικές | ημιαστικά |
| Γενική | ημιαστικών | ημιαστικών | ημιαστικών |
| Αιτιατική | ημιαστικούς | ημιαστικές | ημιαστικά |
| Κλητική | ημιαστικοί | ημιαστικές | ημιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →