ημιαυτόματος
•
- όχι εντελώς αυτόματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιαυτόματος < ημι- + αυτόματος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική semiautomatique < semi (αρχαία ελληνική ἡμι- + αὐτόματον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιαυτόματος | ημιαυτόματη | ημιαυτόματο |
| Γενική | ημιαυτόματου | ημιαυτόματης | ημιαυτόματου |
| Αιτιατική | ημιαυτόματο | ημιαυτόματη | ημιαυτόματο |
| Κλητική | ημιαυτόματε | ημιαυτόματη | ημιαυτόματο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιαυτόματοι | ημιαυτόματες | ημιαυτόματα |
| Γενική | ημιαυτόματων | ημιαυτόματων | ημιαυτόματων |
| Αιτιατική | ημιαυτόματους | ημιαυτόματες | ημιαυτόματα |
| Κλητική | ημιαυτόματοι | ημιαυτόματες | ημιαυτόματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →