Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιδιανοιχθείς

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει διανοιχθεί κατά το ήμισυ ή κατά ένα μόνο μέρος του Βικιλεξικό
    • Απεντάχθηκαν δύο ακόμη έργα λόγω καθυστερήσεων από το ΠΕΠ Αττικής. Στην απένταξη δυο ακόμη έργων από το ΠΕΠ Αττικής, προχώρησε ο περιφερειάρχης Αττικής. Πρόκειται για το έργο «διαβάθμιση / βελτίωση της παλαιάς Εθνικής Οδού Ελευσίνα - Θήβα» και το έργο «κατασκευή τριών ανισόπεδων κόμβων στην ευρύτερη περιοχή του Σκαραμαγκά και ολοκλήρωση ημιδιανοιχθέντος τμήματος της Περιφερειακής Αιγάλεω». Τα έργα παρουσίαζαν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις μεγαλύτερες των έξι μηνών, όσον αφορά στην προγραμματισθείσα πρόοδο και τους όρους της απόφασης ένταξης. (εφ. Καθημερινή, 24/9/2013)

Ετυμολογία

ημιδιανοιχθείς < ημι- + διανοιχθείς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιδιανοιχθέντας / ημιδιανοιχθείςημιδιανοιχθείσαημιδιανοιχθέν
Γενικήημιδιανοιχθέντα / ημιδιανοιχθέντοςημιδιανοιχθείσας / ημιδιανοιχθείσηςημιδιανοιχθέντος
Αιτιατικήημιδιανοιχθένταημιδιανοιχθείσαημιδιανοιχθέν
Κλητικήημιδιανοιχθέντα / ημιδιανοιχθείςημιδιανοιχθείσαημιδιανοιχθέν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιδιανοιχθέντεςημιδιανοιχθείσεςημιδιανοιχθέντα
Γενικήημιδιανοιχθέντωνημιδιανοιχθεισώνημιδιανοιχθέντων
Αιτιατικήημιδιανοιχθέντεςημιδιανοιχθείσεςημιδιανοιχθέντα
Κλητικήημιδιανοιχθέντεςημιδιανοιχθείσεςημιδιανοιχθέντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →